Τό ἐν λόγῳ ἄρθρο ἀναδημοσιεύθηκε στό διαδίκτυο ἀπό μιά πληθώρα ἱστοτόπων καί ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο συνάντησε δριμεῖα κριτική. Γράφτηκαν πολλά καί εὐτράπελα, ὅπως, γιά παράδειγμα ὅτι ἡ μελέτη τῆς RebeccaCann, πάνω στήν ὁποία στηρίχθηκε τό συγκεκριμένο ἄρθρο, εἶχε χρησιμοποιήσει μιτοχονδριακό DNAἀπό ἀγελάδες καί ὄχι ἀπό ἀνθρώπους! Σέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά σχόλια δέν προτίθεμαι νά ἀπαντήσω.
Ὡστόσο ὑπέπεσαν στήν ἀντίληψή μου δύο ἄρθρα, τό πρῶτο μέ τίτλο «Ἀπάντηση στό κείμενο τοῦ Κώστα Βουγᾶ περί ταύτισης τῆς Βιβλικῆς καί τῆς Μιτοχονδριακῆς Εὔας» καί τό δεύτερο (λογική συνέχεια τοῦ πρώτου) μέ τίτλο «Τί εἶναι ἡ Μιτοχονδριακή Εὔα», τά ὁποῖα ἀναρτήθηκαν στόν ὕποπτο ἱστότοπο «Ἐξελικτική Δημιουργία». Χαρακτηρίζω τόν ἱστότοπο ὕποπτο, γιατί, παρ’ ὅτι ἔψαξα, δέν κατάφερα νά ἐντοπίσω οὔτε τήν ταυτότητα τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ἱστοτόπου, οὔτε τήν ταυτότητα τοῦ συγγραφέως (ἤ συγγραφέων) τόν ὁποῖο ἐφεξῆς θά ἀποκαλῶ Α πού σημαίνει Ἀνώνυμος μιᾶς καί ἐπιλέγει νά κρυφτεῖ στίς σκιές τῆς ἀνωνυμίας, σέ ἀντίθεση μέ ἐμένα πού ἐπώνυμα ἔγραψα τήν ἐπιστημονική ἄποψή μου. Τέλος αὐτό πού μου ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ἡ μεγάλη ἔκταση αὐτῶν τῶν ἄρθρων καθώς καί ἡ ἐπιστημονικοφάνειά τους, ἡ ὁποία πολύ εὔκολα μπορεῖ νά παρασύρει καί νά πείσει τούς ἀναγνῶστες πού δέν ἔχουν βαθειά γνώση τοῦ ἀντικειμένου. Γί αὐτό ἄλλωστε ἀπαντῶ σέ Ἀνωνύμους, τούς ὁποίους ὑπό διαφορετικές συνθῆκες θά ἀγνοοῦσα πλήρως.






















